Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

Ενημέρωση από Προμαχώνα

Εχθές (22 Δεκ 2008), στα σύνορα Βουλγαρίας-Ελλάδος, στο Προμαχώνα, σημειώθηκαν επεισόδια μεγάλα σε έκταση.

Ως αυτόπτης μάρτυρας, και ως ένας εκ των εκπροσώπων της μιας πλευράς, σας παραθέτω αυτούσια τα περιστατικά, μέσα από τα δικά μου μάτια, μέσω της δικής μου αντίληψης.

Έφτασα στα σύνορα στις 14:00 το μεσημέρι, Δευτέρας 22 Δεκ 2008. Είχα κάνει αυθημερόν ταξίδι στη Σόφια (Βουλγαρία) και ήθελα να επιστρέψω νωρίς Θεσσαλονίκη.

Στις 14:00 λοιπόν, φτάνοντας στα Βουλγάρικα σύνορα, με σταματάει ένας Βούλγαρος αστυνομικός, και με ενημερώνει για την κατάληψη των ελληνικών συνόρων από τους αγρότες του Νομού Σερρών. Μάλιστα, μου λέει πως η κατάληψη δεν θα λήξει σύντομα, και πως οι εντολές που έχει είναι να μας στείλει πίσω στη Βουλγαρία.

Αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Του ζήτησα να μου επιτρέψει να περάσω τα σύνορα, να μπω στο ελληνικό έδαφος και να περιμένω εκεί. Μου αρνήθηκε. Οι εντολές που είχανε από τον Έλληνα αστυνομικό διοικητή των συνόρων, ήταν να ‘’επιστρέφουν όλοι πίσω’’. Μάλιστα, σε ερώτησή μου, ‘’τι θα κάνουμε εδώ’’ μου πρότεινε να επισκεφτώ το Καζίνο που υπάρχει στα σύνορα.Με έκπληξη διαπίστωσα πως πολλοί Έλληνες, εισάκουαν την πρόταση του Βούλγαρου αστυνομικού, και περίμεναν μέσα στη βουλγάρικη πλευρά, πηγαίνοντας στο Καζίνο. Αυτό με εξόργισε, κυρίως διότι διέκρινα (με την δική μου ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ αντίληψη), πως οι Βούλγαροι, προσπαθούν να καρπωθούν από το γεγονός, ώστε να μας ‘’αναγκάσουν’’ να επισκεφτούμε το Καζίνο τους.

Τον αγνόησα λοιπόν, και μετά από καβγά με τους Βούλγαρους, άφησα το αυτοκίνητό μου στη Βουλγαρία, και πέρασα τα σύνορα με τα πόδια.
Έφτασα στα ελληνικά και ζήτησα έναν υπεύθυνο. Κανείς δεν μπορούσε να μου πει ποιος είναι ο υπεύθυνος. Ζήτησα τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος και αρνήθηκαν να μου πούνε ποιος είναι.
Στην διαμαρτυρία μου, ‘’γιατί δεν με αφήνουν οι Βούλγαροι να περάσω στην Ελλάδα’’, ένας αστυνομικός μέσα στο γραφείο, μου απάντησε ‘’αυτές τις διαταγές έχω’’.

Συνέχισα να διαμαρτύρομαι, και μαζί με εμένα, μαζεύτηκαν και άλλοι που είχαν περάσει πεζοί τα σύνορα.
Με τα πολλά, ο διοικητής ήρθε. Του εξήγησα πως δεν έχει κανείς δικαίωμα, εφόσον δεν έχω διαπράξει αδίκημα, να μου απαγορεύσει να περάσω τα σύνορα της Βουλγαρίας.
‘’Δεν θέλω να με αφήσεις να περάσω τους καταληψίες. Θέλω να περιμένω στην Ελλάδα και όχι στη Βουλγαρία.’’ Του εξήγησα και το σκηνικό με το Καζίνο, και έδειξε να συνετίζεται. Έδωσε εντολή να αφήσουν τουλάχιστον τους Έλληνες να περάσουν την βουλγάρικη πλευρά και να περιμένουν στην ελληνική.

Αυτό βέβαια έγινε πολλές ώρες μετά, και εφόσον εμένα προσωπικά φρόντισαν οι Βούλγαροι να με αφήσουν πολύ νωρίτερα να περάσω τα σύνορα (!!!!).

Φτάνω στα ελληνικά σύνορα. Ουρές πολλές αυτοκινήτων. Σταματάω και εγώ με το αυτοκίνητο. Περνάω την ουρά με τα πόδια και πλησιάζω τους αγρότες. Ζητάω έναν υπεύθυνο. ‘’Τι τον θέλεις;;’’ με ρωτάει ένας ευτραφής ‘’πεινασμένος’’ αγρότης. Του εξήγησα πως είμαι από αυτούς που περιμένουν. ‘’Δεν υπάρχει υπεύθυνος’’, είναι η απάντησή του.

Μαζεύονται αρκετοί αγρότες γύρω μας. Τους εξηγώ πως αυτό που κάνουν, είναι απόλυτα κατανοητό για εμάς τους υπόλοιπους, και πως σαφώς και είμαστε υπέρ της διεκδίκησης. Αλλά, τους επισημαίνω το εξής.

Υπάρχουν άνθρωποι, που μένουν εγκλωβισμένοι από τις 11:00 και η ώρα είναι γύρω στις 15:00. Ενώ τώρα, οι επαγγελματίες οδηγοί, πληρώνονται αυτές τις ώρες, που περιμένουν να λυθεί η κατάληψη, όλοι εμείς οι υπόλοιποι, χάνουμε χρόνο και πιθανόν χρήμα (για κάποιους).

Η απάντησή τους ήταν πως με καταλαβαίνουν, πως έχω δίκαιο, και πώς να κάνουμε λίγο ακόμη υπομονή, διότι κατά τις 21:00 θα λυθεί η κατάληψη.

Γυρίζω πίσω, στους εγκλωβισμένους, και τους εξηγώ τι μου είπαν.

Περιμένουμε λοιπόν να κυλήσει η ώρα. Η ώρα πηγαίνει 21:00, αλλά οι καταληψίες, παραμένουν στις θέσεις τους. Ο κόσμος, ιδίως αυτοί που περιμένουν από τις 11:00, αρχίζουν και εκνευρίζονται. Οργανώνονται και αποφασίζουν να κινηθούν εναντίον των αγροτών.

Αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει και με έναν ηλικιωμένο κύριο, που διατηρεί την ψυχραιμία του, μπαίνουμε μπροστά τους. Φωνάζω τον κόσμο να ηρεμήσει.
Οι αγρότες, από την άλλη πλευρά, συσπειρώνονται φωνάζοντας να μην πλησιάσουμε.

Προχωράω μπροστά και ζητάω να μιλήσω με έναν υπεύθυνο τον αγροτών.

Με καλούν κοντά τους και ξεκινάω την συζήτηση η οποία μέσες άκρες είναι η εξής:

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι πάρα πολύ εκνευρισμένοι. Πρέπει να σκεφτούν οι αγρότες, όλους αυτούς και να πράξουν αναλόγως. Ένας αγρότης, νεαρός σε ηλικία, μου εξηγεί πως έχει να πληρωθεί έναν ολόκληρο χρόνο. Ποιος θα τον ακούσει αν πάψει την κατάληψη;;;
Του εξηγώ λοιπόν, πως δεν απαιτούμε να διαλύσουν την κατάληψη.
Αυτό το οποίο προτείνω, ως λύση και εφαρμόσιμη, αλλά και συμβατή με τον αγώνα τους, είναι να επιτρέψουν κάθε 1 ώρα, να φεύγουν 10-20 αυτοκίνητα. Έτσι, και το μήνυμά τους θα περάσουν στους αρμόδιους, αλλά και θα καταφέρουν να μην στρέψουν την κοινή γνώμη εις βάρος του αγώνα τους.

Τους εξηγώ πως ο κύριος στόχος τους πρέπει να είναι, φεύγοντας όλοι εμείς από εκεί, όταν τελικά φύγουμε, να μεταφέρουμε στους γνωστούς και φίλους μας την αγωνία των αγροτών και τους προβληματισμούς τους, και όχι την αγανάκτησή μας για την ταλαιπωρία μας. Πως τελικά, αν συνεχίσουν να είναι αδιαπραγμάτευτοι, αντί όλοι εμείς οι υπόλοιποι, να είμαστε μαζί τους θα στραφούμε εναντίον τους.

Δυστυχώς, η απάντησή τους ήταν απογοητευτική. Δεν θα λύσουν την κατάληψη, διότι όπως μεταφέρθηκε σε αυτούς, κανένα κανάλι δεν ‘’έπαιξε’’ το θέμα στις ειδήσεις, από κυβερνητική εντολή αποσιώπησης του γεγονότος.

Η είδηση της παράτασης εξαγριώνει τον κόσμο. Κινούνται εναντίων των αγροτών.
Ξαφνικά πίσω μου, κάποιοι πιάνονται στα χέρια. Οι αγρότες ξεκινούν να χτυπούν τον κόσμο, ανθρώπους κάθε ηλικίας που βρίσκονταν εκεί. Τρομαγμένοι αυτοί, επιστρέφουν πίσω από τα σύνορα να προφυλαχτούν στα αυτοκίνητά τους. Οι αγρότες περνάν τα σύνορα και χτυπούν κόσμο, μπροστά στα μάτια των μικρών παιδιών και γυναικών που περιμένουν στα αυτοκίνητα.

Η αστυνομία, βγαίνει (επιτέλους) από την ζεστασιά του κτηρίου της και προσπαθεί να ηρεμίσει τα πνεύματα. Παιδιά κλαίνε τρομοκρατημένα, αγρότες απειλούν τις ζωές μας (θα σας σκοτώσουμε, λένε μερικοί, σαφώς υπερβάλλοντας), ο κόσμος αρχίζει και οργίζεται με αυτούς τους τραμπουκισμούς.
Κάποιες γυναίκες, αρχίζουν και φωνάζουν τους αστυνομικούς ‘’γιατί δεν μας προστατεύετε;;; είμαστε εμείς λιγότερο πολίτες από αυτούς;;’’.

Προσπαθώ μαζί με 3-4 ψυχραιμότερους πολίτες και 2-3 ψύχραιμους αγρότες να ηρεμήσουμε την κατάσταση.

Αλλά…

Ένας αγρότης φωνάζει πως ‘’τώρα, δεν θα φύγουμε ποτέ από εδώ’’.
Η κατάληψη, απειλεί, θα κρατήσει έως ότου, όλοι εμείς, επιστρέψουμε στη Βουλγαρία.
Αυτό, εκνευρίζει κι άλλο τον κόσμο. Αρχίζουν να φωνάζουν. Οι αγρότες κινούνται ξανά απειλητικά εναντίον μας. ‘’Βουλώστε το!!!’’, φωνάζει ο αγρότης που χρησιμοποιεί το μεγάφωνο, προς τα εμάς. Οι αστυνομικοί μπαίνουν ξανά ανάμεσά μας.

Για αρκετά λεπτά, οι αγρότες κάθονται απέναντί μας και μας απειλούν.
‘’Δεν θα φύγουμε από εδώ, έως να γυρίσετε πίσω στη Βουλγαρία’’.
Απευθύνονται προς τους αστυνομικούς.
‘’Διώξτε τους πίσω, διότι αν δεν φύγουν, εμείς δεν το διαλάμε’’.
Οι αστυνομικοί, τα έχουν χάσει.

Προσπαθώ να τους μιλήσω.
Τόσες ώρες, καθόμαστε υπομονετικά, αποδεχόμενοι τον αγώνα τους, και τώρα, επειδή βρέθηκε ένας μαλάκας που χτύπησε ένα αγρότη, οι αγρότες τα ισοπεδώνουν και θεωρούν αυτό ως συνολικό λάθος, και όχι ως ατομικό.

Οι αγρότες όμως, και κυρίως ο αγρότης με το μεγάφωνο είναι ανένδοτος.
‘’Φύγετε από εδώ’’!!!!

Τελικά, επεμβαίνουμε ξανά οι ψυχραιμότεροι.
Με συνεννόηση με την αστυνομία, αποφασίζουμε όλοι οι πολίτες, να επιστρέψουμε στα αυτοκίνητα, ώστε να ηρεμήσουν οι αγρότες. Ήδη, μας λέει ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος, έχει ειδοποιηθεί ο ταξίαρχος της περιοχής, ο οποίος έρχεται στα σύνορα, να δώσει λύση.

Επιστρέφουμε λοιπόν στα αυτοκίνητα, αλλά οι αγρότες παραμένουν προκλητικοί.
‘’Γυρίστε πίσω στη Βουλγαρία’’!!!!, φωνάζουν συνεχώς.

Μέσα στο αυτοκίνητο, περιμένω.
Ξαφνικά, κάποιος Βούλγαρος με σπασμένα ελληνικά μου χτυπάει το τζάμι.
Με ενημερώνει πως ακούει σε τοπικό σταθμό των Σερρών, πως οι αγρότες έχουν μιλήσει ζωντανά με τον σταθμό και λένε, πως τους επιτέθηκαν Βούλγαροι φορτηγατζίδες, και μάλιστα ένας αγρότης είναι με αίματα στο νοσοκομείο.

Κάτι που βεβαίως δεν ισχύει.
Και επειδή δεν είμαι ηλίθιος, καταλαβαίνω, πως η ΨΕΥΔΗΣ αυτή πληροφορία, σκοπό έχει να μην περάσει στον κόσμο η άποψη πως οι καταληψίες έχουν δεχθεί τις αποδοκιμασίες του απλού κόσμου.
Να μεταφέρουν δηλαδή την ΨΕΥΔΗ ΕΝΤΥΠΩΣΗ πως όλοι εμείς εκεί, είμαστε μαζί τους, και απλώς βρέθηκε ένας ‘’κακός Βούλγαρος’’ που χτύπησε έναν αγρότη…

Πλησιάζω ξανά τους αγρότες. Με το με βλέπουν, μαζεύονται πάλι αρκετοί γύρω μου.
Τους εξηγώ ξανά πως δεν γνωρίζω αν αυτός που χτύπησε ήταν Βούλγαρος ή Έλληνας, μιας και το σκηνικό έγινε πίσω μου, αλλά πως οι Έλληνες ήταν αυτοί που πρώτοι κινήθηκαν ώστε να απαιτήσουν την λήξη της κατάληψης.

Οι αγρότες όμως δείχνουν αδιάφοροι. ‘’Δεν μας ενδιαφέρει ρε φίλε, μου λέει ένας εξ αυτών. Εμείς δεν πρόκειται να το διαλύσουμε από εδώ’’.

Φτάνει ο ταξίαρχος. Μπαίνει μέσα στο γραφεί του διοικητή, και δεν τον ξαναβλέπουμε καθόλου.

Η ώρα πλησιάζει 12:00 και το κρύο είναι τσουχτερό. Μικρά παιδάκια τουρτουρίζουν από το κρύο. Οι καταληψίες, έχουν καταλάβει και το κτήριο της ‘’καφετέριας’’ των συνόρων, και με ότι έχει προηγηθεί, οι μανάδες φοβούνται να πάνε με τα παιδιά τους εκεί μέσα.

Ήδη, οι περισσότεροι εξ των αγροτών είναι εντελώς μεθυσμένοι από τις ρετσίνες που έχουν καταναλώσει (μερικοί παραπατάνε) και το περιβάλλον μέσα στο κτήριο είναι σαφώς απαγορευτικό για τα παιδιά.

Πλησιάζω τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος.
Του εξηγώ την κατάσταση. ‘’Υπάρχουν μανάδες με παιδιά που κρυώνουν. Τι θα κάνουμε;;’’, των ρωτάω.
Με κοιτάζει χαμογελώντας. ‘’Εμένα, γιατί μου το λες;; Τι θέλεις να σου κάνω;;;’’.

Του εξηγώ, πως ως υπεύθυνος που είναι (είναι ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ) οφείλει να δώσει μια λύση.
Του προτείνω να ανοίξει ένα γραφείο από ένα κτήριο του τελωνείου, ώστε να πάνε εκεί οι γυναίκες και τα παιδιά τουλάχιστον.

Απάντησε δεν έλαβα ΠΟΤΕ!!!!
Γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε χωρίς να μου πει ΤΙΠΟΤΑ!!!!
Του φώναξα καθώς έφευγε, πως πρέπει να μου απαντήσει.
Ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Ένας νεαρός αστυνομικός, με παρακάλεσε να απομακρυνθώ.

Δύο τρεις πολίτες, που ήταν δίπλα μου, αγανάκτησαν. Αποφασίζουμε να τηλεφωνήσουμε σε όλους τους βουλευτές και πολιτευτές της περιοχής. Αρχίζουμε και ψάχνουμε τα τηλέφωνα. Κάποιοι γνωρίζουν βουλευτές των Σερρών, κυρίως κομμάτων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Εγώ, ψάχνω μέσω στελεχών της Νεολαίας, το τηλέφωνο του Βουλευτή Σερρών ΛΑΟΣ, κ. Πολατίδη, αλλά είναι αδύνατο, λόγω της ώρας, να επικοινωνήσω με κάποιον.

Κάποιοι, καλούν και τον Νομάρχη Σερρών. Κάποιοι τηλεφωνούν στα υπουργεία. Η απάντηση είναι η ίδια.

‘’Έχουμε εντολές, να μην επέμβουμε’’!!!!!!

Παραμένουμε μέσα στο κρύο, και η ώρα έχει πάει 02:00. Κάποιοι Βούλγαροι, αποφασίζουν να επιστρέψουν πίσω. Οι Έλληνες όμως, και οι υπόλοιποι αλλοδαποί (Σουηδοί, Γερμανοί, Βέλγοι) δεν έχουν που να πάνε.

Αποφασίζω να πάω μόνος μου ξανά στους αγρότες. Να τους ζητήσω να απαιτήσουμε όλοι μαζί να ανοίξουν οι αστυνομικοί ένα στεγασμένο μέρος, για να μπούνε μέσα τα παιδιά τουλάχιστον, μιας και η θερμοκρασία αγγίζει τους 2 βαθμούς.

Βέβαια, δεν υπάρχει καμία περίπτωση συνεννοήσεις. Οι αγρότες, είναι ακόμη εκνευρισμένοι από δύο πράγματα: από την αγανάκτηση του κόσμου (δεν το περίμεναν άραγε;;;) και από την μη προβολή της κατάληψης από τα δελτία ειδήσεων.

Τώρα, κάτι πολύ σημαντικό.

Καθ’ όλη την διάρκεια όλων των γεγονότων, έχει πέσει η ματιά μου, πάνω σε έναν τύπο με καμπαρτίνα και κασκόλ, ο οποίος κινείται μέσα στους αγρότες. Τους εμψυχώνει, τους παρακινεί και συζητάει συνεχώς μαζί τους.

Ακούω κάποιον αγρότη, αστειευόμενος να τον προσφωνεί ‘’κ. Εισαγγελέα’’.

Τον πλησιάζω και τον ακούω που συζητάει με μια παρέα 4-5 αγροτών.
‘’Ο αγώνας μας είναι μαζικός και με πάθος’’, τους λέει.

Τον διακόπτω.
‘’Πως ορίζεις το «μαζικός»;;’’, τον ρωτάω.

‘’Μα, είμαστε τόσοι αγρότες εδώ’’, απαντάει.

‘’Ναι, αλλά είστε μόνο αγρότες. Άρα ο αγώνας σας είναι Κλαδικός και όχι Μαζικός.
Για να είναι ο αγώνας σας μαζικός, έπρεπε όλοι αυτοί εκεί πίσω (και εννοώ τους πολίτες) να είναι εδώ μαζί σας και όχι απέναντί σας. Για να δικαιωθείτε, πρέπει πρώτα να στρέψετε την κοινή γνώμη υπέρ σας, ώστε να αναγκαστεί η εξουσία να δει το πρόβλημά σας, μέσα από τα δικά σας μάτια΄’.

Ο ‘’κ. Εισαγγελέα’’, πετάει ένα ‘’αυτό που λες είναι σωστό, αλλά ανέφικτο’’ και αποχωρεί.
Πιάνω τους υπόλοιπους αγρότες που παρακολούθησαν τον διάλογο.
‘’Νομίζετε πως αυτό που κάνετε, θα σας δικαιώσει στα μάτια της κοινής γνώμης;;;’’.

Η απάντηση είναι η ίδια, μέσα στην παραζάλη της μέθης των περισσοτέρων.
‘’εσείς, οι τουρίστες, δεν μπορείτε να μας καταλάβετε’’.
Τους εξηγώ και πως εγώ υπάλληλος είμαι, και πως έχω τα ίδια προβλήματα. Σαφώς και τους καταλαβαίνω, απλά δεν καταλαβαίνω το πώς αυτό το πρόβλημα θα λυθεί, ταλαιπωρώντας όχι τον υπαίτια του προβλήματος, αλλά τους συμπάσχοντες.

Και κάνω το λάθος, να αναφέρω τις τηλεοράσεις.
‘’σας έδειξε κανένα κανάλι;; Όχι. Αυτό δεν σα προβληματίζει;;;’’

Εκνευρίζονται 2-3 και αρχίζουν να λένε για προβοκάτσιες και τα λοιπά.

‘’το γεγονός, πως φεύγοντας από εδώ, εμείς οι 400, δεν θα πούμε «οι καημένοι οι αγρότες και η κακή κυβέρνηση», αλλά «οι μαλάκες οι αγρότες που ταλαιπωρούν και προπηλακίζουν τους πολίτες» δεν σας ανησυχεί;;;’’, ρωτάω.

Τότε, ξεκίνησαν να φωνάζουν όλοι.
Μάλιστα, λόγω της μέθης που πλανιόνταν στο περιβάλλον, ανησύχησα πως θα ακολουθούσε κάποια άσχημη κατάσταση, αλλά με έσωσε η ‘’φωτιά’’.

Ένα τρακτέρ έξω, πήρε ξαφνικά (;;;) φωτιά, οπότε όλοι στράφηκαν εκεί.
Η αλληλεγγύη βέβαια φάνηκε διάχυτη, όταν από τους 100-200 αγρότες, μόνο 4 πήγαν να σβήσουν την φωτιά, ένας εκ των οποίων ήμουν εγώ.
Η φωτιά ξεκίνησε από βραχυκύκλωμα, και το αποτέλεσμα ήταν να καεί τελείως η μηχανή του τρακτέρ.

Όταν σβήστηκε η φωτιά, ο αγρότης με το μεγάφωνο, ζήτησε από όλους τους συναδέλφους του, να δώσουν κατά το δοκούν κάποια χρήματα ως αποζημίωση στον συνάδελφό τους.

Γύρισαν ένα καπέλο ανάποδα, ώστε να μαζέψουν χρήματα. Στον πρώτο που πήγε το καπέλο, ήταν ο ‘’κ. Εισαγγελέας’’, ο οποίος δεν έβγαλε ούτε 10 λεπτά να δώσει, απλά είπε ένα ξερό ‘’θα επιληφθώ’’ και βγήκε από την αίθουσα.

Όταν το είδα αυτό, εκνευρίστηκα. Άρχισα να φωνάζω ‘’καλά, έχετε εναποθέσει τον αγώνα σας σε τέτοια ‘’ηγεσία’’ και δεν σας προβληματίζει αυτό το γεγονός;;;’’.

Οι αγρότες, έμεινα αμίλητοι.

Αποφάσισα να γυρίσω πίσω και να μην ασχοληθώ άλλο. Φεύγοντας ρώτησα έναν παππούλη, αγρότη και καταληψία, ποιος είναι ο ‘’Εισαγγελέας’’. Ο παππούλης μου είπε πως δεν είναι αγρότης, αλλά είναι στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που τους ομιλεί για τον αγώνα τους.

Σιχάθηκα και γύρισα στο αυτοκίνητο.

Η ώρα είχε πάει 05:00 και δεν υπήρχε καμία εξέλιξη.
Τότε, για καλή μας τύχη, ήρθε ένας κύριος. Μου συστήθηκε ως Σάββας Γεωργιάδης, υποψήφιος Βουλευτής Σερρών, χωρίς όμως να μου πει με ποιο κόμμα υπήρξε υποψήφιος.

Μου ζήτησε, να κανονίσουμε όλοι οι πολίτες να μπούμε μέσα στα αυτοκίνητα και πως ο ίδιος, θα πήγαινε να τους μιλήσει.

Μου φάνηκε λίγο υπερβολική η βεβαιότητα που έδειξε, και μάλιστα πολλοί από εκεί, που είχαμε ήδη απογοητευτεί, τον χλευάσαμε λέγοντας πως προσπαθεί άσκοπα.

Ο κ. Σάββας επέστρεψε μετά από 45’. ‘’Φεύγουμε’’, μας είπε.

Στις 06:00 οι αγρότες άνοιξαν τα σύνορα.

Επέστρεψα στο σπίτι μου, στις 07:30. Κουρασμένος και φανερά εξαντλημένος.
Το πρώτο που έκανα ήταν να τηλεφωνήσω σε όλα τα κανάλια, που έχουν πρωινές εκπομπές πολιτικού περιεχομένου και να τους ενημερώσω.

Κατόπιν, και αφού συνήλθα λιγάκι, επικοινώνησα με το ΛΑΟΣ, και μίλησα με τον πρόεδρο Νεολαίας.
Ο πρόεδρος, μου έδωσε το τηλέφωνο του Πολατίδη, για να τον ενημερώσω.

Έτσι έληξε η ιστορία, μέσα από τα δικά μου μάτια.

Κάποιες λεπτομέρειες.

Ο κύριος Πολατίδης, μου είπε στο τηλέφωνο, πως ο ίδιος γνωρίζει τους αγρότες που κάνανε κατάληψη και αρνήθηκε πως τα γεγονότα έγιναν όπως τα περιέγραψα.
Μου είπε συγκεκριμένα, πως οι αγρότες δεν ‘’χτύπησαν’’ χωρίς λόγο. Πως ‘’προκλήθηκαν’’.
Αναρωτιέμαι, αν λέει το ίδιο για τους κουκουλοφόρους….

Ο ίδιος, μου είπε, ήταν εκεί έως τις 15:00 (;;;), και πως η κατάληψη ήταν προγραμματισμένη να γίνει (δεν διαφώνησε κανείς)

Μου είπε επίσης, πως η κατάληψη δεν έγινε με προτροπή κάποιου κομματικού φορέα, αλλά την οργάνωσαν ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ αγρότες, μιας και οι συνδικαλιστές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, δεν θέλησαν να κατέβουν.
Οι δικές μου πληροφορίες, βάση της συζήτησης με τους αγρότες, λένε πως ακριβώς επειδή δεν θέλησαν να δώσουν Κομματική χροιά, αυτοπροσδιορίστηκαν ως ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ και πως κατέβηκαν μαζί και της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
Μου είπε επίσης πως ο τύπος (Εισαγγελέας) δεν ήταν οργανωτής της κατάληψης. Δεν το γνωρίζω, οπότε θα το δεχθώ, αλλά του σύστησα, μιας και όπως μου είπε γνωρίζει τους αγρότες και είναι ‘’καλά παιδιά’’, να διασταυρώσει ποιος ήταν ο ρόλος του εκεί.

Εν τέλει, με ρώτησε προς τι το τηλεφώνημα μου. Ήθελα κάτι να κάνει, ή απλώς ήθελα να τον ενημερώσω, με ρώτησε.
Του απάντησα, πως ως βουλευτής της περιοχής, θεώρησα σκόπιμο, να ενημερωθεί για τα γεγονότα. Το πώς θα το χειριστεί, έχει να κάνει με την αντίληψη και την ικανότητα του.

Ο κ. Σάββας Γεωργιάδης, όπως έμαθα κάνοντας μια έρευνα υπήρξε υποψήφιος Βουλευτής με το ΛΑΟΣ. Η συμβολή του ήταν πολύ σύντομη, αλλά η πλέον σοβαρή στην υπόθεση.
Δεν ξέρω ούτε θα μάθω ποτέ, τι τους είπε, τι του είπαν και που τελικά κατέληξαν, αλλά αυτό που ξέρω είναι πως ο άνθρωπος κατάφερε αυτό που δεν κατάφεραν ούτε η αστυνομία, ούτε ο ταξίαρχος (τα(ξύνω)ρχος), ούτε όσοι βουλευτές ενημερώθηκαν το χθεσινό βράδυ για τα επεισόδια.
Η διεύθυνσή του είναι η κάτωθι:
www.mdataplus.gr/sabbas/
και υπόσχομαι πως αυτόν τον άνθρωπο, εναντιθέση με κάποιους άλλους, θα τον στηρίξω με όλες μου τις δυνάμεις. Αν και δεν ψηφίζω Σέρρες, θα βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο, ακριβώς επειδή απέδειξε κάτι σημαντικό.

Η δουλειά της εξουσίας (πολιτικής, κοινωνικής, Τάξης) δεν είναι απλώς να κοιτάζει να μην ρίχνει λάδι στη φωτιά, αλλά όπου υπάρχει φωτιά, να την σβήνει.

Κλείνοντας κάτι τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό.

Το κύριο ερώτημα που με προβλημάτιζε όλες αυτές τις ώρες (12) που περίμενα στα σύνορα, ήταν τελικά τι θα καταφέρουν οι καταληψίες.

Προσπάθησα να τους μεταφέρω αυτόν τον προβληματισμό μου, λέγοντας τους, πως η διεκδίκηση είναι σωστή, όταν όμως αυτή δεν δυσχεραίνει κανέναν άλλον πέραν τους κύριους υπαίτιους. Όταν μια διεκδίκηση, πραγματοποιείται με τρόπο που στρέφει εναντίον των διεκδικητών, κοινωνικές ομάδες που κανονικά έπρεπε να είναι δίπλα τους στην διεκδίκησή τους, τότε ή η διεκδίκηση είναι άδικη, ή ο τρόπος που επέλεξαν να δράσουν, είναι λάθος.

Εγώ θα αναφέρω αυτό και μόνο.
Όταν τελικά άνοιξαν τα σύνορα, όλος ο κόσμος που έμπαινε στα αυτοκίνητά του, για να φύγει έλεγε στους αγρότες ‘’μακάρι να μην σας δικαιώσει η κυβέρνηση. Μακάρι να μην πάρετε φράγκο. Διότι, αν το κάνει, θα είναι σαν να δικαιώνει τους τραμπουκισμούς σας’’.

Αυτή την πρόταση κ. Πολατίδη, αν θέλετε την μεταβιβάζεται στους γνωστούς σας….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου